Κυριακή, 1 Ιανουαρίου 2017

Τεκές: Η σπηλιά του Κουλού, στο "Απαγορεύεται" ...με την βρύση! και η Μόρτισσα χασικλού!




"Νερό που εκουβάλησες απ' του Κουλού τη βρύση"... που λέει ο Μάρκος στη "Μόρτισσα χασικλού", του 1933.


Μπαγιαντέρας, Μάρκος και άλλοι αναφέρονται στη περιβόητη σπηλιά του Κουλού! -στο Κερατσίνι.. Το ησυχαστήριο του χασισοπότη!. 

Ο Δημήτρης Γκόγκος ή "Μπαγιαντέρας" (1903-1985) στον Τάσο Σχορέλη: Αποσπάσματα από συζήτηση με τον μαστρο-Μήτσο γύρω απ’ τη ζωή του («Ρεμπέτικη Ανθολογία», τόμος Α, σελ. 274):
 Ερ... - «Αυτή που μου 'λεγες προχτές, η σπηλιά του Κουλού τι ήταν;. Tεκές
;»
Απ... - « Όχι. Τα παλιά χρόνια άμα άρχισε η δίωξη μέσα στους διάφορους τεκέδες, στην Πειραϊκή, στο Πέραμα και αλλού -εκεί είχε μαγαζί κι ο Μπάτης, με τη διαφορά ότι δεν έκανε αυτή τη δουλειά- εκεί, λοιπόν, που 'ναι τώρα οι βενζίνες στο Κερατσίνι, είχε μια σπηλιά και πηγαίνανε για να μην κινδυνεύουν στους τεκέδες.. Αυτή η δουλειά που σου λέω εγώ είναι το 1919. Εγώ ήμoυνα 17 χρονώ παλικαράκι, τσικλιμαγκάκι. Μεταξωτά ζουναράκια βάζαμε, δεν είχαμε ξανοιχτεί ακόμα. Και φεύγαμε, να πούμε, ν' ανέβουμε και στην Αθήνα επειδή κάναμε και τίποτα άταχτες δουλειές (σ.σ.: ο Μπαγιαντέρας εννοεί τα λαθραία που παίρναν απ’ τους ναυτικούς και τα μεταπουλούσανε) και οικονομάγαμε, να πούμε, κάνα φράγκο όσοι ήτανε έξυπνοι, να μη μας βλέπουν κάτω ότι χαλάγαμε λεφτά. Που τα βρήκατε; Δε δουλεύετε. Εμείς φεύγαμε. Τους άλλους που ήσαν κοροΐδα τους τσιμπάγανε. Τoυς τυλίγανε. Εγώ ήμoυνα ατύλιχτος. Είχε ωραία ζωή τότε ο Πειραιάς. Και οικονόμαγαν οι μάγκες…».

Πειραιάς, στο λιμάνι, 1910. Κάποιοι λούστροι δείχνουν τις άδεια επαγγέλματος. πηγη

Πειραιάς 1929 - Περιοχή τελωνείου
1929 ΠΕΙΡΑΙΑΣ. ΓΕΝΙΚΗ ΑΠΟΨΗ ΤΟΥ ΤΕΛΩΝΕΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΛΙΜΕΝΑΡΧΕΙΟΥ. ΚΟΣΜΟΣ ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ, ΚΑΡΑ, ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΑ KAI ΤΟ ΤΡΑΜ ΝΑ ΠΕΡΝΑ.

O Ηλίας Πετρόπουλος γράφει:
 
«Ο τεκές του Κουλού ήταν στο Κερατσίνι, όπου και η βρύση που αναφέρεται στο τραγούδι του Μάρκου "Μόρτισσα χασικλού". Εκεί ήταν και η σπηλιά του Κουλού, ακριβώς στον Άη-Γιώργη -όπου σήμερα οι αλευρόμυλοι..».

Το μάγκα τον μαστούριασες κι όπου 'παρχε Δερβίσης
Νερό που εκουβάλησες απ' του Κουλού τη βρύση
(Μάρκου Βαμβακάρη - Ηχοργ.1933)
*Δερβίσης= ο ζητιάνος, ο φτωχός. Στη ρεμπέτικη έννοια, Δερβίσης ή Ντερβισης λένε τον λεβέντη φτωχόμαγκα που περιφέρετε από εδώ κι από κει.. αυτόν που έχει περάσει πολλά στραπάτσα στην ζωή του. "γεια σου, Μάρκο μου, δερβίση!", ή "Να φουμάρει βρε το Μπατάκι / βρε που 'ναι χρόνια βρε ντερβισάκι", που λέει ο Μπάτης στο "Ζεϊμπεκάνο Σπανιόλο" (Ζούλα σε μια βάρκα) -επίσης του '33.

Ο Μάρκος Βαμβακάρης (1905-1972), τότε που δούλευε ως εκδορέας στα σφαγεία, το 1923 με '24, τα βράδια, μετά την δουλειά σύχναζε στους τεκέδες. Μέσα από την αυτοβιογραφία του, μας λέει για μια μέρα που είχε μαστουρώσει πάρα πολύ στη σπηλιά του Κουλού!. 4-5 ώρες -"τσιμπημένος!"- όπως λέει!..  και την λαχτάρα που πέρασε!.

"Ο τεκές του Κουλού"
Ο Μάρκος Βαμβακάρης στην αυτοβιογραφία του περιγράφει μια εμπειρία του στη σπηλιά του Κουλού, ένα απόκρημνο μέρος στην ακτή της Δραπετσώνας:
«.. Μετά απ’ αυτό το μακελειό (εννοεί στα Σφαγεία), καταλαβαίνεις με τι λαχτάρα έπαιρνα το δρόμο για τον τεκέ. Μια φορά έτρεξα στη σπηλιά του Κουλού που ήταν μια ακτή εδώ της Δραπετσώνας, η οποία ονομάζεται "Απαγορεύεται". Από τότες το λέγανε Απαγορεύεται διότι εκεί πέρα εφάγανε τα σκυλόψαρα δυο τρεις ανθρώπους. Λοιπόν, εκεί στο Απαγορεύεται υπήρχε ένα απόκρημνο μέρος, το οποίο κατεβαίναμε κάτω και πηγαίναμε και φουμέρναμε, διάφοροι, πολύς κόσμος. Πολύ πηγαίναν οι χασικλήδες εκεί, για πιο ησυχία, για να μη μας κυνηγάει η αστυνομία. Εκεί υπήρχε ένα νερό, το οποίο το πηγαδάκι αυτό ήτανε λιγάκι γλυφό. Λιγάκι νερό, ήτανε μέτζο να πούμε, μισό μισό, και γλυκό και γλυφό. Και πλέναμε και τα τουμπεκιά και τις τζούρες που παίρναμε απ’ τα καφενεία, βάζαμε νερό στον αργιλέ. Όταν κατεβαίναμε στη σπηλιά για να φουμάρουμε, ήτανε πολύ απόκρημνο το κατέβασμα. Όποιος κι όποιος δεν μπορούσε να κατέβει, ειμή μόνον όσοι πηγαίναμε εκεί και αράζαμε..
Λοιπόν, εκεί μια μέρα, ήτανε στην αρχή που είχανε έρθει οι πρόσφυγες, κουρασμένος από τη δουλειά, επήγα με λαχτάρα να φουμάρω μόνος μου. Τότες το χασίσι ήταν πολύ δυνατό, τούρκικο απ’ την Προύσα. Μόλις λοιπόν πήρα τον αργιλέ στα χέρια μου να φουμάρω, τράβηξα δυνατά απ’ το καλάμι. Ένιωσα μια φοβερή ζαλάδα, κοπήκανε όλες μου οι αισθήσεις κι έπεσα χάμω και εσυλλογιζόμουνα. Πώς να ανέβω τώρα τον γκρεμό να φύγω; Πρέπει πάση θυσία να φύγω.. Ο αργιλές με "τσίμπησε". Και τσίμπημα θα πει ότι ο αργιλές σε μαστούριασε πολύ βαριά. Δεν μπόραγα να σηκωθώ. Έπρεπε να είμαι χάμω. Δεν στεκόμουν. Δεν μπόραγα. Δεν είχα δυνάμεις. Και όμως, δε θα το πιστέψει κανείς αυτό που θα σας πω. Αδύνατο εστάθηκε να ορθώσω το σώμα μου, ένιωθα σαν παράλυτος. Κι έκανα το σταυρό μου και αρχίνησα με τα τέσσερα μπουσουλώντας, και ανέβηκα όλον εκείνον τον απότομο γκρεμό. Αφού από κάτω οι άλλοι μου φωνάζανε θα σκοτωθείς βρε Μάρκο, κάτσε πρώτα να σου περάσει.
 Ήταν περίπου οχτώμισι εννιά η ώρα νύχτα. Κι όταν ανέβηκα τον γκρεμό κι έφθασα απάνω, πάλι δεν μπορούσα όρθιος να σταθώ. Αρχίνησα πάλι με τα τέσσερα να προχωρώ στο έρημο βουνό, ώσπου έφθασα ως πίσω απ’ το νεκροταφείο, την Ανάσταση, περίπου ένα μίλι δρόμο. Φορούσα ένα καινούργιο κοστούμι μπλέ. Εβρέθηκα πάλι σε μια γούβα, στην οποία να είναι και κει χασικλήδες να φουμέρνουνε. Ήταν οι πρόσφυγες των Ταμπουριών, και δεν ερχόντουσαν μαζί μας στην σπηλιά όπου πηγαίναμε οι Πειραιώτες. Είχανε δικό τους νταραβέρι. Ζύγωσα κοντά τους περπατώντας με τα τέσσερα ακόμη. Τους ζύγωσα για μια παρηγοριά. Μόλις με είδανε φοβηθήκανε μήπως ήμουνα αστυνομικός ή τι άλλο παράξενο ήμουν. Μετά με γνωρίσανε ότι είμαι μαστούρης και την έχω ψωνίσει, γιατί όταν επάθαινες κανένα τέτοιο πράμα, λέγανε οι μάγκες την ψώνισε. Και πραγματικώς δηλαδή σαν τρελλός. Τώρα λογάριασε να σέρνομαι από κει και να φτύνω και να βγάζω σάλια, και πού να σηκώσω το κεφάλι. Όχι. Εκεί, κάτω. Να μη σηκώσω το κεφάλι και κάνω εμμετό δηλαδή. Σε ελεεινή κατάσταση..
Ανάμεσα σ’ αυτούς ήτανε και κλέφτες ήτανε και πορτοφολάδες. Διάφοροι. Σμυρνιοί να πούμε. Ήτανε όμως και μέσα ένας Μπουντρούμης ονομαζόμενος, ο οποίος ήτανε ο πιο νταής απ’ όλους τους πρόσφυγες αυτός. Ήτανε πολύ κουτσαβάκης και πολύ παλικάρι και φίνος μάγκας αυτός. Τον εσκότωσε η ασφάλεια του Πειραιώς στα Χιώτικα. Εσκότωσε, τραυμάτισε κι ύστερα έπεσε. Αυτό έγινε προπολεμικά. Τότε τον εσκότωσε. Δηλαδή αυτός ήτανε μάγκας με όλη τη σημασία της λέξεως. Δεν επείραζε άνθρωπο. Και είχε δε και γκόμενα αυτήνα την Πακουή την Αρμένισσα που εχόρευε. Την είχε αυτός, είχε κάνει και παιδί μαζί της.
 Εγώ μόλις τους ζύγωσα, ξαπλώθηκα εκεί κοντά τους και έκανα εμμετό. Εκεί νύσταξα. Όμως φοβόμουν να κοιμηθώ γιατί δεν ήξερα τι μπορούσε να γίνει. Εν τω μεταξύ, ακούω έναν απ’ αυτούς, και λέει στους άλλους. "Δεν τον γδύνουμε, τα ρούχα και τα παπούτσια του είναι καινούργια". Φορούσα ρολόι και δακτυλίδι. Και να με γδύνανε δεν είχα δύναμη ν’ αντισταθώ. Τα ’κουγα όμως ότι λέγανε. Αυτός που είπε αυτή την κουβέντα ήταν ένας ελεεινός τύπος. Τον γνώρισα ύστερα. Εκείνη την ώρα, σηκώνεται ο Μπουντρούμης, και του λέει επί λέξει. "Βρε πούστη, παλιοκαργιόλη, ήθελες να ήσουνα στη θέση αυτουνού εσύ και να σου ξηγιόντουσαν έτσι; Όποιος το κάνει θα του βγάλω το μάτι." Φαίνεται ότι ο τύπος αυτός εισακουγότανε σε όλους και του λένε Νικολάκη εν τάξει. Κι έπαψε κάθε συζήτηση....
 Τότες λοιπόν σ’ εκείνη τη γούβα εκείνη τη βραδιά, αφού φουμάρανε αυτοί και φύγανε, έμεινα μόνος. Εκοιμήθηκα στο χώμα και κατά τις δωδεκάμισι - μία συνήλθα και τράβηξα για το σπίτι μου σε κακά χάλια. Η μάνα έκλαιγε. Η γυναίκα γκρίνιαζε. Δεν μου ’δινε την εντύπωση ότι με λυπάται στ’ αλήθεια. Τότες ήταν η πρώτη φορά που έπαθα τέτοιο κακό απ’ τον αργιλέ..» (σελ. 101-103 "Μάρκος Βαμβακάρης - Αυτοβιογραφία", της Αγγελικής Βέλλου - Κάιλ. (εκδόσεις Παπαζήση, 1978).


Μόρτισσα Που Γεννήθηκες, Μέσα, Μεσ'(α) Στους Τεκέδες,
Με Μά(ν)γκες Δεν (Ε)φούμαρες, Τριζάτους Αργιλέδες,

Πόσες Φορές Το Τάληρο, Δε(ν) Κράτησες Στο Χέρι,
Ντα(λ)μίρα Δε Μας Έφερες, Με'(σα) Στου (Τ)συγγρού, Τ'(α) Ασκέρι,

Μά(ν)γκες Που Μαστουριάσαν(ε), Απ'(ό) Τα Δικά Σου Χέρια,
Και (Ε)'παρηγόρησες Καρδιές Και (Ε)'βγάλαν Τα Σεκλέτια,

Το(ν) Μά(ν)γκα, Το(ν) Μαστούριαζες, Κι Όπου (Ύ)'παρχε Δερβίσης,

Νερό Που (Ε)κουβάλησες, Απ'(ό) Του " Κουλού Τη Βρύση ".


"Γεια σου Μάρκο μου δερβίση, ο ναργιλέ σου να μη σβήσει!"
Χασισοπότες την δεκ.'30. - υπό το βλέμμα του Μάρκου! :)

Δραπετσώνα, χαμόσπιτα

Ο Σταυρίκος Παπαβραμίδης -ένας από τους τελευταίους επιζώντες πρόσφυγες πρώτης γενιάς- σε αποσπάσματα από το βιβλίο: "Ένωση Ποντίων Πειραιώς-Κερατσινίου-Δραπετσώνας, Από τον Πόντο και τη Μικρασία στον Πειραιά, εδώ... στη Δραπετσώνα" (Εκδ. Ινφογνώμων, Δραπετσώνα 2016).
«Τριγύρω από τα Βούρλα ήτανε τεκέδες. Ήτανε του Κερκυραίου, ήτανε του Σάλωνα… Πηγαίνανε και στη σπηλιά του Κουλού. Δεν ήτανε τεκές, ήτανε μια σπηλιά δίπλα στη θάλασσα, ρεμβάζανε τη θάλασσα και καπνίζανε το χασίσι τους. Στα βραχάκια έκρυβαν και τα σύνεργα. Για τους χωροφύλακες, καταλαβαίνεις. Τους κυνηγούσανε..
 Εκεί λοιπόν στη σπηλιά του Κουλού είχανε πάει κάποια αγόρια για μπάνιο. (1948) 
Δεκαπέντε χρόνων το πολύ. Όλα τα παιδιά εκεί πηγαίναμε για μπάνιο. Ωραία θάλασσα, προτού τη βρομίσουνε τα εργοστάσια. Αλλά όταν πεινάς τι θες; Μεροκάματο ή θάλασσα; Να φας θέλεις. Είπαμε, τα εργοστάσια γίνανε γιατί χρειαζόντουσαν εργάτες που να δουλεύουν από το πρωί ως το βράδυ και να τους δίνουν ένα ξεροκόμματο. Εκεί λοιπόν στου Κουλού, τη μέρα που πήγανε τ’ αγόρια, μπαίνει ένα μέσα, Παρασάκη τον λέγανε, μη φανταστείς πολύ βαθιά, και πριν καλά-καλά κολυμπήσει έρχεται ένα σκυλόψαρο και το τρώει. Όλη η θάλασσα κάτω από το Τσιμεντάδικο γέμισε αίματα. Πάει ο Παρασάκης, δεν τον ξανάδε ποτέ κανένας από τότε. Το ’φαγε το παιδί. Τότες έρχονταν σκυλόψαρα εδώ, τα τραβούσε το αίμα από τα Σφαγεία. Έπεφτε το αίμα στη θάλασσα, αυτά το μύριζαν και έβγαιναν στα ρηχά. Φόβος και τρόμος. Θυμάμαι μια φορά πιάσανε κάτι ψαράδες ένα μεγάλο ψάρι, δεν ξέρω τι ήτανε… Φάλαινα, ιπποπόταμος… Το φέρανε λοιπόν κάτω στη Δραπετσώνα, το κόψανε κομματάκια και μετά του βγάλανε το λίπος. Μ’ αυτό αλείφανε τα βαπόρια από κάτω..» πηγη.

Η παλιά Δραπετσώνα. πηγη

+extra 
Ακούστε το «Μόρτισσα χασικλού», να το λέει ο Νίκολας ο Παππάς, ή "Κακουργος"!! μοναδικός στο είδος! (από κασέτα), με λίγο διαφορετικούς στίχους.
Το μάγκα τον μαστούριαζες, το(ν) φίνο το δερβίση
νερό που του κουβάλησες, απ' του Κουλού τη βρύση.

Copyrights©2016 Design By | Ακάλυπτος