Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2016

Κουτσαβάκι: ο λαϊκός 'μάγκας' της παλιάς Αθήνας


" Τί σε μέλει αν είμαι Κουτσαβάκι και το μαύρο κι αν τραβώ.."
...λέει ένα παλιό ρεμπέτικο! (του Ζαχαρία Κασιμάτη).


Αθήνα, 19ος αιώνας.. η μοναδική ίσως φωτογραφία αυθεντικού Κουτσαβάκι στην Πλάκα, τραβηγμένη μπροστά στους «Αέρηδες» ή αλλιώς «Πύργος των Ανέμων», έξω από τις φυλακές του Μεντρεσέ, στο Μοναστηράκι 1880.
Φωτογραφία οπού διακρίνεται ένα Κουτσαβάκι το 1880, μπροστά στο Υδραυλικό Ρολόι του Ανδρονίκου Κύρρηστου, με τα ανάγλυφα που αναπαριστούν τους ανέμους (Πύργος των Αέρηδων) Αθήνα. Δεξιά διακρίνεται οι περίφημες φύλακες του Μεντρεσέ.

Εισαγωγή:
Έδρασαν στην περίοδο 1862-1897. Μετά την εκδίωξη του Όθωνος οι κουτσαβάκηδες γνώρισαν μεγάλες δόξες γιατί τα κόμματα τους χρησιμοποιούσαν σαν τραμπούκους. 
 Διαλύθηκαν από τον αρχηγό της αστυνομίας Μπαϊρακτάρη το 1897. Στη συνέχεια εμφανίστηκαν οι μάγκες. 
 Η παλιότερη εμφάνιση κουτσαβάκηδων στην σκηνή είναι μάλλον εκείνη των κομματικών τραμπούκων, στην μονόπρακτη κωμωδία του Σωτήρη Καρτέσιου (Κουρτέση) «Ο υποψήφιος βουλευτής και οι τραμπούκοι» 1865. Στην περίπτωση αυτή οι κουτσαβάκηδες τραγουδούν, χωρίς συνοδεία οργάνων, τους παρακάτω στίχους: 
Τρία ειν τα κα- Συλίβρω μου 
Τρία είν τα καμπαέτια σου 
Μη μου τα κα- Συλίβρω μου 
Μη μου τα κάμεις τέσσερα. 
Ωχ, δεν είσαι πια για μένα... Τραλ λα λαλα... 

Οι κουτσαβάκηδες εμφανίζονται και το 1894 στο παλιότερο επιθεωρησιακό κείμενο, «Αι υπαίθριοι Αθήναι» των Λάσκαρη και Καπετανάκη. Τα τραγούδια τους εμφανίζονται στις πρώτες επιθεωρήσεις και στον μπερντέ του Καραγκιόζη. 
 Οι κουτσαβάκηδες μιλούσαν τα κουτσαβάκικα τα οποία αποτελούνταν από ελληνικές, τουρκικές, σλαβικές, ιταλικές λέξεις. Συνεχώς παραλλάσσουν για να μην πληροφορούνται την αληθή έννοια των λέξεων οι εχθροί. 
 Ντύνονταν τόσο ομοιόμορφα ώστε ήταν σαν να φορούσαν στολή. Καβουράκι με μαύρη κορδέλα (χλίψη την λέγανε) γιατί πενθούσαν αυτούς που σκότωσαν, φιλντισένια ψευτόκουμπα στα στιβάλια τους, μελιτζανί μαντήλι, κομπολόι στο αριστερό χέρι και μαγκούρα στο δεξιό. Φορούσαν μόνο το αριστερό μανίκι του σακακιού. Την άκρη του ζωναριού την άφηναν να κρέμεται. Όποιος επιθυμούσε καβγά δεν είχε παρά να πατήσει την άκρη του ζωναριού. 
Πηγές:
Χατζηπανταζής Θόδωρος, "Της Ασιάτιδος μούσης ερασταί...", εκδόσεις Στιγμή
Πετρόπουλος Ηλίας, "Ρεμπέτικα Τραγούδια", Εκδόσεις Κέδρος

Μπαίνουμε στο ζουμί:
"κουτσαβάκηα/δες" Ο Λαϊκός μάγκας των αρχών του αιώνα στη Παλιά Αθήνα, περί το τέλος της Βασιλείας του Όθωνα και αρχές της Βασιλείας του Γεωργίου του Α΄. Η ονομασία προέρχεται από έναν Δημήτριο Κουτσαβάκη, (παλιό μάγκα/καβγατζή από Πειραιά) δεκανέα του ιππικού επί Όθωνα, που το ντύσιμο και το βάδισμά του μιμήθηκαν οι σύγχρονοί του νέοι του Αθηναϊκού υποκόσμου... οι περισσότεροι βέβαια ήταν ψευτοπαλικαραδες, φιγουραντζήδες, ψευτόμαγκες της εποχής!...

Η εφημερίδα "Ακρόπολις" (τότε) αναφέρει πως ονομάστηκαν "κουτσαβάκηδες" επειδή κούτσαιναν εξ αιτίας τραύματος που έγινε δήθεν σε συμπλοκή με την αστυνομία!.

*Άλλη μια άποψη για την προσωνυμία αυτή (Κουτσαβάκηδες ή κουτσαβάκια) λένε ότι προέρχεται εκ του “κουτσά” + “βαίνω”, δηλαδή περπατώ σαν κουτσός, χωλός, και αυτό επειδή οι κουτσαβάκηδες χάριν επίδειξης βάδιζαν αργά χαμηλώνοντας εναλλάξ τους ώμους τους κατ΄αντίστοιχο πόδι, γυρνώντας ομοίως ελαφρά κατά πλευρά, το κεφάλι...

Οι πρώτοι κουτσαβάκηδες ήταν αϊβαλιώτες εγκατεστημένοι στην Σύρο. Όταν η Αθήνα έγινε πρωτεύουσα, αρκετοί αϊβαλιώτες και συριανοί μάγκες εγκαταστάθηκαν στο Ψυρρή. Είχαν το άντρο τους στη συνοικία του Ψυρρή, όπου κανείς δεν τολμούσε να μπει. Oύτε η αστυνομία!!. Οι κακοποιοί εκείνοι, σκληροί, αδίστακτοι, αλλά και θρασύδειλοι οι περισσότεροι, έκαναν κάθε είδους κακουργίες, που συνήθως έμειναν ατιμώρητες.. Κανένας δεν τολμούσε να αντιδράσει. Και το έγκλημα, μικρό ή μεγάλο, φανερό ή κρυφό, παρέμεινε ατιμώρητο, ενώ οι φορείς του πρόβαλλαν σαν πρόσωπα ηρωικά.


Κουτσαβάκης - Ντύσιμο/Στυλ -

Κουτσαβάκι της παλιάς Αθήνας

Έδρα και κρυσφήγετό τους ήταν η συνοικία “Ψυρρή” και πρωτεύουσά τους η “Πλατεία των Ηρώων”
Οδός Αιόλου, Ιούνιος 1892. Μια εικόνα από τη καθημερινότητα της Αθήνας στα τέλη του 19ου αιώνα.
 ( Στο πεζοδρόμιο, δεξιά, κάποιος κατουράει στον τοίχο!.. χα χα :)
..αυτό που λέμε "Βήχω και ξεροβήχω, σου κατουρώ τον τοίχο!"



Τους κουτσαβάκηδες διέλυσε ο Δημήτριος Μπαϊρακτάρης, διευθυντής της Αστυνομίας από το 1893.. Έμειναν ιστορικές οι μέθοδοί του γιατί εκείνο που θα εξαφάνιζε κυριολεκτικά τους θρασύδειλους Κουτσαβάκηδες, ήταν όχι ο διωγμός που αποηρωοποιεί, αλλά ο εξευτελισμός που ταπεινώνει... ο οποίος τους κούρευε με την «ψιλή μηχανή», τους έκοβε το ένα μανίκι του σακακιού, που το άφηναν κρεμασμένο, τους έκοβε τις μύτες των σουβλερών παπουτσιών τους, τους έβγαζε τη «θλίψη» ή «χλίψη» (το μαύρο περιβραχιόνιο που φορούσαν ως δήθεν πένθος για το θάνατο αδερφικού τους φίλου ή συγγενούς τους στον καυγά) και τους υποχρέωνε να σπάζουν με τη «βαρειά» τα όπλα τους -τα «τιμημένα» όπλα !!-, που τα πουλούσε κατόπιν με την οκά στο Δημοπρατήριο για παλιοσίδερα...

Μπαϊρακτάρης

Αυτά τα "περιθωριακά/ταραχοποιά στοιχεία" που μάλιστα είχαν δικό τους κώδικα επικοινωνίας και ενδυματολογίας, ονομάστηκαν "κουτσαβάκηδες" και σύχναζαν στα καφενεία της Πλ.Ηρώων στου Ψυρρή και ειδικότερα στου "Καποδίστρια" της οδού Μιαούλη. Τύποι με μακριές μουστάκες, αφόρετο το ένα μανίκι του σακακιού τους και μυτερά παπούτσια σουβλιστά που η άκρη της γύριζε στριφογυριστά προς τα πάνω, ήταν εγκατεστημένοι στα φτωχόσπιτα του Ψυρρή και έξυναν τα νύχια τους για παρεξήγηση και καβγάδες!.. 
*Σύμφωνα με μία εκδοχή ο λόγος που είχαν αφόρετο το μανίκι του σακακιού τους ήταν για να προλάβουν σε περίπτωση επίθεσης από μέλος άλλης συμμορίας να τυλίξουν το χέρι τους και να το προτάξουν για να προστατευτούν από το μαχαίρωμα! (αφού τα αλληλομαχαιρώματα ήταν σύνηθες φαινόμενο).


Το καφενείο του Τσούτση, Πλατεία Ηρώων, Ψυρρή, Αθήνα.
"15 χρόνια μετά κάποια πράγματα αρχίζουν ν’ αλλάζουν. Είναι Σεπτέμβριος 1936 και ο Μ. Γιοκαρίνης γράφει στο Ελεύθερο Βήμα": 
Αν κάνετε σήμερα μια βόλτα στην Πλατεία Ηρώων του Ψυρρή, δυο βήματα απ’ το Μοναστηράκι, θα συναντήσετε το καφενείο του Τσούτη. Εδώ έπαιρναν τον ερατεινό τους οι κουτσαβάκηδες. Την σκερτσόζα είσοδό τους ακολουθούσε η εξής παραγγελία του σερβιτόρου προς τον ταμπή (=ο ψήστης του καφέ, αποκλειστικής απασχόλησης, μπορούσε με τα 48 είδη ψησίματος που διέθετε στο ρεπερτόριό του να ικανοποιήσει και τον πιο ιδιότροπο πελάτη):
-Ένα καφέ του… (εδώ αναφερόταν το όνομα ή ακόμη καλύτερα το παρατσούκλι του προκλητικού πελάτη, όπως π.χ. «Λαχτάρας», «Ηρακλάκιας», «Αρκούδας», «Καραμπιστόλας», «Τρομάρας»), πολλά βαρύ, μισό φλιτζάνι!
Αυτό το «μισό φλιτζάνι» ήταν και το σήμα κατατεθέν των ιδιόρρυθμων αυτών τύπων, γι’ αυτό ένα από τα πάμπολλα παρατσούκλια που τους είχαν κολλήσει οι νοικοκυραίοι της Αθήνας ήταν και το «μισοφλιτζανάκηδες».
Ο ηρωικός Τσούτης, όχι μόνο δεν τους λογάριαζε, αλλά είχε και το θράσος να τους σερβίρει καφέ αναμεμιγμένο με ρεβίθια, όπως έκανε άλλωστε και με όλους τους «κοινούς» πελάτες του! Ο νοθευμένος αυτός καφές εχρεώνετο μια πεντάρα. Βεβαίως για τους νοικοκυραίους με κρυφή χρέωση μία δεκάρα, είχε πάντα φυλαγμένο αγνό καφέ! Η όλη δοσοληψία γινόταν συνωμοτικά ώστε να μην προκύψει κανένα μπέρδεμα. Το γκαρσόνι ήξερε ποιοι «δικαιούνται» αγνό καφέ και η συνθηματική παραγγελία προς τον ταμπή ήταν: -Ένα καφέ, γλυκύ βραστό «με λένε»…". Από το blog "Η Παλιά Αθήνα" - πηγη Η ΑΘΗΝΑ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ fb

Ο Μπαϊρακτάρης μου' κοψε το ένα το μανίκι
και να ξεχάσω δεν μπορώ, αυτό το ρεζιλίκι.
Ο Μπαϊρακτάρης μ' έπιασε, στο Μεντρεσέ με έκλεισε
τη σκανδαλιάρα μου έσπασε και το μουστάκι μου έκοψε......" 


"Τα στήθη μου κατάντησαν βασάνων κατοικία,

που κατοικούν οι λέοντες και τ' άγρια θηρία.....Αχ! Βαχ!"

(ο εθνικός ύμνος των κουτσαβάκηδων)


Όλοι οι κουτσαβάκηδες, / που ζούνε στο κουρμπέτι
κι αυτοί μες στην καρδούλα τους, / έχουν μεγάλο ντέρτι..
(στίχος του Μάρκου Βαμβακάρη)


Τραγουδι του Ανέστη Δελιά, 'Αρτέμης' το 1935 με τιτλο "Το κουτσαβάκι", οπου τους αναφερει και ως 'φιγουρατζήδες'
" Βρε μάγκα το μαχαίρι σου
για να το κουσουμάρεις
Πρέπει να έχεις την ψυχή
φιγουρατζή, καρδιά για να το βγάλεις .."




Τραγουδι του Βαγγέλη Παπάζογλου το 1936 με τιτλο "Στρι ρε κουτσαβάκι", μας αναφερει για ενα κουτσαβακη οπου εκανε τον αγαπητικο σε καποια τις εποχης!
"Βρε κουτσαβάκι μη μου κάνεις τον καμπόσο
τα παπουτσάκια στο χεράκι θα σου δώσω
και θα σου λέγω
στρι' βρε στρί' αχ, στρίβε κουτσαβάκι μερακλή
πάψε να τάζεις πια λαγούς με πετραχείλια
δεν κολατσίζεις άπο τα δικά μου χείλια
γι' αυτό σου λέγω
στρι' βρέ στρί' αχ, στρίβε κουτσαβάκι μερακλή "




Ενα αλλο Παραδοσιακό τραγουδι με την Μαρίκα Παπαγκίκα με τιτλο "Κουτσαβάκι" οπου μας 'διχνει' να καταλαβουμε καλητερα τα κουτσαβακια!
" Κουτσαβάκι ήμουνα, δε γρικούσα στην ζωή μου
με πιστόλια έπαιζα τη λατρευτή ζωή μου..
Στρι, στρι, έλεγαν αυτοί, στρίβε βρε παλικαρά μου
στρι, στρι, έφευγα κι εγώ, γιατί δεν επέρναγε η μπογιά μου .."

Μάιος του 1920, ο δημοσιογράφος Π. Κατηφόρης γράφει στην εφημερίδα "Σφαίρα" για τους θρυλικούς Κουτσαβάκηδες και τη συνοικία του Ψυρρή όπου έδρασαν: 
«Αν η Ελλάς του παρελθόντος αιώνος είχε στα βουνά τους ληστοφυγόδικούς της, στην πρωτεύουσά της είχε τους κουτσαβάκηδες.»

Εφημερίδα για τον "απαίσιον λουλάν" και για γνωστούς κουτσαβάκηδες της εποχής, με ονοματεπώνυμο!.
"Χθές κατωρθώθη να συλληφθή μιας ομάς παρά την έξωθεν των χαμαιτυπείων γέρφυραν, άποτελουμένη εκ των γνωστών κουτσαβάκηδων της παραλίας..".

Αυτός ήταν ο τύπος του Κουτσαβάκη, που κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα είχε επιβληθεί και σε μερικές άλλες αθηναϊκές συνοικίες. Το βασίλειό τους όμως για ολόκληρες δεκαετίες, ήταν η συνοικία του Ψειρή. Η «Πλατεία των Ηρώων» στου Ψειρή, όπως και τα γύρω της στενά, αποτελούσαν μόνιμο στέκι και βασίλειο των Κουτσαβάκηδων. Οι περιδεείς κάτοικοι, ήταν κυριολεκτικά φόρου υποτελείς σ’ αυτούς τους τύπους. Τα εγκλήματά τους ήταν και αναρίθμητα και ανατριχιαστικά. Ιδιαίτερη όμως επίδοση (σαν σκληροί αγαπητικοί, προστάτες και εκμεταλλευτές της «γκόμενας») σημείωναν στην εκμετάλλευση των «κοινών» γυναικών, τις οποίες στο τέλος, συχνά τις μαχαίρωναν για αιτίες ασήμαντες...

απο το βιβλιο του Ηλία Πετρόπουλου "Υπόκοσμος και καραγκιόζης" (εκδόσεις γράμματα). Το σκίτσο του Σταύρακα –της τυπικής κουτσαβάκικης φιγούρας του Θεάτρου Σκιών–


Σταύρακας –το κουτσαβάκι- φιγούρα Θέατρο Σκιών.

Μετά από αυτά ας δούμε και μια ιστορία που περιγράφει με γλαφυρότητα, ένα περιστατικό από το κλίμα του κουτσαβακισμού…….(ΣΑΡΦΑΓΚΑΣ - το κουτσαβακι)

-->Στην πλατεία Ψυρρή ο τόπος τρέμει τον Σαρφάγκα, γέροι, νέοι παιδιά, άνδρες γυναίκες, όλοι τρομοκρατημένοι, όταν τα «πίνει» τα παιδιά σταματούν να παίζουν αλλιώς τρώνε ξύλο οι γονείς τους, όταν περάσει κοπέλα την πειράζει και κανείς δεν τολμά να διαμαρτυρηθεί…….. φονιάς, σαματατζής , στην Ομόνοια σκότωσε τον Ζαφείρη τον Μανιάτη μέσα στο λημέρι του και για πόσο πήγε φυλακή γι αυτή την πράξη του, 8 μήνες!
-->Ένα μεσημεράκι ένας μεροκαματιάρης επιπλοποιός περνά από του Ψυρρή με την αρραβωνιαστικιά του , ο Σαρφάγκας τα πίνει με εννέα Κουτσαβάκηδες, το βλέπει το ζευγάρι και φωνάζει στην κοπέλα: «Δεν παρατας τον τζε να ρθεις να κάνουμε γκεζί;», ο επιπλοποιός πάει πιο κει την κοπέλα του και επιστρέφει και με θάρρος λέει στον Σαφράγκα, «Αν δεν το μπορείς το ούζο που πίνεις να μη το πίνεις, τι θάρρεψες τα κορίτσια του κόσμου σαν την λίγδα σου;».

Η προσβολή μεγάλη!, τραβά ο Σαφράγκας το κουμπούρι του «Πες της μάνας σου να ετοιμάσει σάβανο και έρχεσαι», ο επιπλοποιός του λέει: «Δεν είστε άντρες, εγώ σίδερο δεν έχω, αλλά αν θες εσύ και η παρέα σου με τα χέρια καθαρίζουμε».

Δέκα προς ένα τους φάνηκε καλοκαιρινή πλακίτσα , έλα όμως που το παλικαράκι ήταν ψωμωμένο, μπουνιά και σηκωμό δεν είχε όποιος την έτρωγε, δύο έφαγε ο Σαφράγκας και ταυλιάστηκε, Μετά περιφρονητικά γύρισε στον επίσης κουτσαβάκη ταβερνιάρη και είπε «Μάζεψέ τους».!!!.. Το γεγονός αυτό έφερε σε δύσκολη θέση το σινάφι των Κουτσαβάκηδων, κινδύνευαν να χάσουν τον έλεγχο της περιοχής, έτσι από την ίδια μέρα έγιναν σατράπηδες ξυλοκοπούσαν τους πάντες, και για να επιβάλουν την κυριαρχία τους ο Σαφράγκας έκανε και το πιο κάτω. Παρουσιάστηκε στο καφενείο και διέταξε τον καφετζή να κρατήσει τον ναργιλέ του στο μαγαζί και να προσέχει το κάρβουνο του και ο ίδιος τράβηξε ένα μαρκούτσι 20 πήχες μάκρος(!) που διέσχιζε όλη την πλατεία και κάθισε στο κέντρο της και φούμερνε μαζί με δύο τρεις κουτσαβάκηδες! ……… ποιος να περάσει πάνω από το μαρκούτσι του Σαφράγκα , μια γριούλα πέρασε χωρίς να το δει και με μια μαγκούρα την ξέρανε στο ξύλο. Τράβηξε μέρες ώσπου ένα απογευματάκι από μακριά φάνηκε ένα αμάξι , ετοιμάστηκε για καυγά αν περνούσε από πάνω ο αμαξάς, το αμάξι σταμάτησε την ρόδα του πάνω στο μαρκούτσι του Σαφράγκα, και από επάνω κατέβηκε ο Μπαϊρακτάρης!. .

Ο αξιωματικός ήσυχα χωρίς να μιλήσει πλησίασε τον Σαρφάγκα τον άρπαξε από τον λαιμό τον σήκωσε στον αέρα και με το άλλο χέρι του άστραψε καμιά εικοσαριά άγριες σφαλιάρες ίσιες και ανάποδες, τράβηξε από δύο κλωτσιές στους συντρόφους του και του είπε «Ρε Σαφράγκα , επάνω μου δεν έχω ούτε πιστόλι ούτε σουγιά . Τι αντράκι είσαι να σε δέρνουν και να μη ρίχνεις ; Φτου σου ψευτόμαγκα , δειλέ….» τον άφησε και ήσυχα μπήκε στο αμάξι του και έφυγε...!! Στην πλατεία έπεσε σιωπή και μετά από το πρώτο λεπτό που διαδέχτηκε το απρόσμενο ακούστηκε μια κραυγή από παντού «Ααααααααααα Σαφράγκα κάθαρμα!» , ο Σαφράγκας χωρίς μιλιά έφυγε με κατεβασμένο το κεφάλι και τίποτα πια δεν ακούστηκε για λόγου του…. σαν να τον κατάπιε η γη...!!.


Ιδιαίτερη, συνήθως σκόπιμη, προσφιλής τους τακτική, να ρίχνουν το ζωνάρι τους στον δρόμο για να το πατήσει κάποιος διαβάτης αθέλητα και να αρχίσουν καυγά. Αρκεί να τους "στραβοκοιτάξεις" και τελείως αναίτια να σου επιτεθούν!!

Σύμφωνα με τον ερευνητή Τάκη Νατσούλη, η φράση «Απλώνει το ζωνάρι του για καβγά» έχει σχέση με έναν παλικαρά της Αθηναϊκής Πλάκας, τον περιβόητο Νότη Ντάγλαρη:
 Υπήρξε εποχή που την Αθήνα την τρομοκρατούσαν οι «κουτσαβάκηδες» και οι «βλάμηδες». Οι σκοτεινοί αυτοί τύποι της Αθήνας είχαν το «στέκι» τους γύρω σης αρχαιότητες της Πλάκας κι αλίμονο στον κομψευόμενο ή στον περιηγητή που θα περνούσε από κει, χωρίς να πληρώσει «μανιτάρι». Ο πιο θρασύς «κουτσαβάκης» της εποχής εκείνης υπήρξε ο Νότης Ντάγλαρης, άνθρωπος του σχοινιού και του παλουκιού. Δεν περνούσε μέρα που να μη μαχαιρώσει κάποιον. Όταν ο Ντάγλαρης έκανε την εμφάνισή του στα στενά της Πλάκας, οι Πλακιώτες έκλειναν τις πόρτες τους από πραγματικό φόβο. Ο τρομερός αυτός παλικαράς, φορούσε κόκκινο ζωνάρι, που η μια του άκρη σερνόταν επιδεικτικά στo χώμα. Αν κανένας περαστικός τύχαινε να την πατήσει, χωρίς να το θέλει, τον άρχιζε στις φαλτσετιές..!!!
 Κάποτε, ένας ανθυπασπιστής της χωροφυλακής, ο Δημήτρης Περρίδης, καθώς περνούσε ο Ντάγλαρης μπροστά του, του πάτησε επίτηδες το ζωνάρι και του το λάσπωσε. Εκείνος τότε που έγινε θηρίο για την προσβολή, τράβηξε την «ισόβια» (μαχαίρι) κι ετοιμάστηκε να του επιτεθεί. Ο ανθυπασπιστής όμως, πιο γρήγορος απ’ αυτόν, του κατέβασε μερικές γροθιές, τον αναποδογύρισε, τον αφόπλισε και τον έστειλε για τρία χρόνια φυλακή, όπου και πέθανε. Από τότε όλοι οι «ψευτοπαλικαράδες» θαυμαστές του Ντάγλαρη για να τιμήσουν τη… μνήμη του, άφηναν τη μια άκρη του ζωναριού τους να σέρνεται στη γη. Έτσι βγήκε η φράση: «απλώνει το ζωνάρι του για καβγά», που τη λέμε συνήθως για τους καβγατζήδες.

"ο Σταύρακας", ο χάρτινος ήρωας του θεάτρου σκιών! (ο παλιός μάγκας).


* Μάγκας, στη λαϊκή συνείδηση, δεν είναι το κουτσαβάκι, ο νταής.. Αυτόν ο λαός τον 'περιφρονεί' και τον θεωρεί ψευτομαγκα, πιτουρομαγκα, τραμπούκο, ψευτοπαλικαρά.. (υποτιμητικό).

Αντίθετα, ως Μάγκα ο λαός θεωρεί τον θαρραλέο, τον ντόμπρο, τον φιλότιμο και τον ικανό άνδρα!. Όπως είχε πει επιγραμματικά και αυτολεξεί ο παλιός ρεμπέτης τραγουδιστης/μπουζουξης Τάκης Μπίνης, μάγκας σημαίνει «σοβαρότης, σύνεση, συνέπεια».

Ο Μάγκας έχει μπέσσα, τα κουτσαβάκια όχι. Ποτέ οι μάγκες δεν χρησιμοποιούν τη λέξη "κουτσαβάκι" με τη θετική έννοια..


--- / --- --- / --- --- / --- --- / --- --- / --- --- / --- --- / ---

+extra..

"Πλατεία Ηρώων - Ψυρρή- Κουτσαβάκη"
Γράφει ο Πάνος Ν. Αβραμόπουλος

(
Ψυρρή... Προϊόντος του χρόνου ωστόσο άρχισαν να εκδηλώνονται στοιχεία κοινωνικής απαξίας, να σωρεύονται στην περιοχή περιθωριακά και παραβατικά στοιχεία και έτσι να χαθεί το κύρος και η κοινωνική της αύρα. Ήταν τότε που τα περίφημα «κουτσαβάκια», οι «μόρτηδες» και οι «τραμπούκοι» κατέστησαν την περιοχή του Ψυρρή άνδρο και ορμητήριό τους, προκαλώντας μύρια όσα προβλήματα στην κοινωνική και πολιτική ευρύτερα ζωή της Αθήνας. Εστιάζοντας χρονικά στο τελευταίο τέταρτο του 19-ου αιώνα.

Τον Ιούνιο του 1866 εκδίδεται και σατιρική εφημερίδα με το όνομα «Τραμπούκος», στην οποία, μάλιστα, σε μεταγενέστερα φύλλα, πάνω από τον τίτλο κάνει την εμφάνισή της και η ζωγραφική απεικόνιση του τραμπούκου με μαγκούρα στο χέρι να πατά πάνω στα σώματα των αντιπάλων του. Στις σελίδες της βρίσκουμε πολλές αναφορές για όλη αυτή την ομάδα των λέξεων, μάλιστα για κάποια τεύχη η ονομασία της εφημερίδας αλλάζει και γίνεται «Ρεμπάπης ή ο Τραμπούκος μεταμφιεσμένος». πηγη


Όμως τι χαρακτηριστικά είχε η παρουσία αυτών των έκνομων στοιχείων και πως δρούσαν στην συνοικία και την Αθήνα ευρύτερα;
Αποτελούσαν οπλισμένους άνδρες και επιδίδονταν σε ηθική τρομοκρατία – κατά παραγγελία – και εκβιασμούς. Τους είχαν προσδώσει διάφορα χαρακτηριστικά ονόματα τα οποία παρέμειναν στην κοινωνική μας ιστορία και χρησιμοποιούνται ευρέως και σήμερα, ως στοιχεία κοινωνικής απαξίας. Τους αποκαλούσαν έτσι «κουτσαβάκηδες» από το όνομα του προκλητικού και φίλερη δεκανέα του ιππικού της οθωνικής περιόδου Δημήτρη Κουτσαβάκη. Ακόμα «μόρτηδες» εκ της γαλλικής λέξεως «mort» που σημαίνει θάνατος, δοθέντος ότι στην διάρκεια επιδημίας χολέρας στην Αθήνα, είχαν αναλάβει εργολαβικά το έργο του νεκροθάφτη !!! Αλλά και «τραμπούκους» όνομα που αποτελούσε την φίρμα κουβανέζικων πούρων «trabucos», τα οποία κερνούσαν-πρόσφεραν οι υποψήφιοι δήμαρχοι της εποχής στα έκνομα αυτά στοιχεία, για να τους υποστηρίξουν προεκλογικά με δυναμικό τρόπο, ασκώντας και τρομοκρατία στο αντίπαλο στρατόπεδο.



Πούρα «trabucos»


«Δεν έκαναν ούτε για ζήτω!»
Όμως με τους «κουτσαβάκηδες» είναι συνδεδεμένο και το παρακάτω χαρακτηριστικό γεγονός που επίσης κατεγράφη στην κοινωνική μας ιστορία. Οι υποψήφιοι δήμαρχοι της εποχής τους επέλεγαν και με βάση την δύναμη της φωνής τους, ώστε να μπορούν να φωνάζουν δυνατά προεκλογικά συνθήματα και να δημιουργούν αέρα νίκης. Κάποιοι όμως από αυτούς τα «κουτσαβάκια», δεν είχαν την δυνατότητα να φωνάζουν δυνατά και έτσι δεν επιλέγονταν, αφού «δεν έκαναν ούτε για ζήτω» !!! Με αυτόν τον τρόπο λοιπόν προέκυψε η γνωστή μας φράση «δεν κάνει ούτε για ζήτω».

Σε ότι αφορά την αισθητική τους φυσιογνωμία, τα κουτσαβάκια είχαν ένα ξεχωριστό ντύσιμο και αισθητική, που τους καθιστούσε διακριτούς και προβληματικές φυσιογνωμίες στην ζωή της πόλης.
Είχαν μακρύ λιγδωμένο μαλλί, αφέλειες, και μεγάλο στριφτό μουστάκι. Ακόμα φορούσαν μαύρο σακάκι φορώντας μόνο το αριστερό μανίκι, έτσι ώστε σε ενδεχόμενο καβγά να μπορούν τάχιστα να αποβάλουν από πάνω τους το σακάκι. Δεν έφεραν γιλέκο μα πλατύ κόκκινο ζωνάρι μέχρι το στήθος, στο οποίο και έβαζαν τα όπλα τους. Ακόμα φορούσαν καπέλο «καβουράκι» με μαύρη έντονη κορδέλα, δίκην μεγάλου πένθους για κάποιον δικό τους που χάθηκε σε καβγά. Το παντελόνι τους ήταν φαρδύ στο επάνω μέρος και στενό κάτω και ήταν συνήθως ριγέ χρωματιστό, με έντονα καρέ φανταχτερών χρωμάτων. Τα παπούτσια τους είχαν μύτη μυτερή, αλλά και μεγάλο τακούνι. Κρατούσαν στο χέρι κομπολόϊ και περιδιάβαιναν καθημερινά τους δρόμους της παλαιάς πόλης και της αγοράς με ξεχωριστό περπάτημα, δείχνοντας τάχατες τραυματισμένοι από κάποιον καβγά και διαρκώς και αδιακρίτως παρενοχλούσαν την πόλη και όλες τις κοινωνικές ομάδες. Άγριοι ξυλοδαρμοί ακόμα και φόνοι ήταν η αποκομιδή της παρουσίας τους στην Αθήνα. Για τούτο και ήταν επώδυνο εγχείρημα για τους κατοίκους της πόλης, να περάσουν από την Πλατεία Ηρώων στου Ψυρρή που ήταν το άνδρο των κουτσαβάκηδων. 


Κουτσαβάκι
Ωστόσο δύσκολο ήταν και το έργο της αστυνομίας να αντιμετωπίσει τους κουτσαβάκηδες, δοθέντος ότι είχαν ισχυρές πατρωνίες, με το κομματικό και το πολιτικό σύστημα της εποχής, με τις παρεμβάσεις του οποίου αφήνονταν ελεύθεροι. Ενώ απο την άλλη αρκετές φορές η αστυνομία προσεταιρίζονταν κάποιους από αυτούς, προκειμένου να μπορέσει να συλλάβει άλλους ισχυρότερους. Στην αλγεινή και επικίνδυνη αυτή παρουσία στην πόλη των κουτσαβάκηδων, έδωσε τέλος ένας σκληροτράχηλος και γρανιτένιος αστυνομικός διευθυντής της Αθήνας, ο περίφημος Δημήτριος Μπαϊρακτάρης. Και έτσι αποκαθάρθηκε η πόλη από την αντικοινωνική παρουσία τους και μπόρεσαν να γίνουν ανέφελα και οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 1896. Προτού τον Μπαϊρακτάρη είχαν επιχειρήσει ανεπιτυχώς και άλλοι δυο αστυνομικοί διευθυντές να αντιμετωπίσουν την κοινωνική μάστιγα των κουτσαβάκηδων. Ήταν οι Βρατσάνος και Δημητριάδης.
Πως όμως κατόρθωσε ο Μπαϊρακτάρης να εξουδετερώσει τα κουτσαβάκια;
Πρώτιστο μέλημα του πανούργου αυτού αστυνομικού, ήταν η διαπόμπευση και ο ηθικός εξευτελισμός των επικίνδυνων και περιθωριακών τύπων του Ψυρρή. Ο Μπαραϊκτάρης τους οδηγούσε στην ηθική ταπείνωση, με παρεπόμενο την αναγκαία πλέον απόσυρσή τους από τον χώρο. Σε πρώτο επίπεδο ο Μπαϊρακτάρης χτύπησε τις πιάτσες, τα καφενεία και τις ταβέρνες που σύχναζαν τα κουτσαβάκια. Χρησιμοποιώντας μια μεγάλη και δυνατή ψαλίδα, τους έκοβε τις αφέλειες στο μαλλί, το αφόρετο μανίκι του σακακιού τους, αλλά και αυτή την χαρακτηριστική μύτη των παπουτσιών τους. Αλλά ακόμα πιο ατιμωτικά ο Μπαϊρακτάρης εξανάγκαζε το κάθε κουτσαβάκι, με ένα σφυρί να αχρηστέψει μόνο του τα ίδια του τα όπλα, τα «τιμημένα» όπλα !!! Και για όσα κουτσαβάκια αρνούνταν να συμμορφωθούν, υπήρχε μια ακόμα πιο εξευτελιστική τιμωρία. Δέχονταν τις βουρδουλιές του Μπαραϊκτάρη. Στοιχείο που αποτελούσε τότε το άκρο άωτο της ταπείνωσης και της ηθικής συντριβής, σε αντιδιαστολή με τα «σίδερα της φυλακής, που ήταν για τους λεβέντες», όπως κατέγραφαν τα λαϊκά στιχουργήματα της εποχής. Επίσης τα κατεστραμμένα όπλα εν συνεχεία, τα πωλούσαν για παλιοσίδερα στην Πλατεία Δημοπρατηρίου. Έτσι αφότου ελάμβαναν χώρα όλες αυτές οι ηθικές ταπεινώσεις, τα κουτσαβάκια επέλεγαν την φυλακή για να αποφύγουν και την ηθική απαξία του κόσμου..)


Σκίτσο. Ο Μπαϊρακτάρης και απέναντί του τα κουτσαβάκια, οι τραμπούκοι..
Απο το βιβλιο του Τάσου Κοντογιαννίδη: "Μπαϊρακτάρης – Πολιτικοί και κουτσαβάκηδες". «Ο Μπαϊρακτάρης δεν φοβόταν κανέναν απολύτως. Μια φορά, έγιναν κάτι επεισόδια στα Εξάρχεια και ο Μπαϊρακτάρης έστειλε τους άνδρες του και έπιασαν τρία ταραχοποιά στοιχεία και τους έκλεισε στο κρατητήριο. Την επομένη το πρωί, πήγε στο γραφείο του ο κομματάρχης του Τρικούπη και με αυστηρό ύφος τού λέει: “Μέσα στο κρατητήριο έχεις τρία άτομα που είναι δικοί μου, είναι του κόμματος και πρέπει να τους αφήσεις ελεύθερους”. “Δεν μπορώ να το κάνω αυτό”, του λέει ο Μπαϊρακτάρης. Kαι ο κομματάρχης πιο αυστηρά τον απειλεί: “Nα τους βγάλεις αμέσως! Να τους βγάλεις, ξέρεις ποιος είμαι εγώ!!!” Ο Μπαϊρακτάρης σηκώνεται από την καρέκλα του, τον πιάνει από τον γιακά, και του λέει: “Eίσαι ένα κάθαρμα σαν αυτούς που έχω στο κρατητήριο!” Στη συνέχεια τον τράβηξε προς την έξοδο, του έδωσε ένα ηχηρό χαστούκι και μια κλoτσιά και τον πέταξε έξω από το γραφείο του. Μετά κάθισε, έγραψε σε μια κόλλα χαρτί την παραίτησή του και πήγε και την παρέδωσε στον Τρικούπη, τον οποίο φυσικά πριν από λίγο είχε επισκεφθεί ο κομματάρχης του. Ο Τρικούπης έσκισε την παραίτησή του και του είπε να πάει στο γραφείο του και να συνεχίσει με τον ίδιο τρόπο τα καθήκοντά του…» πηγη

Κουτσαβάκι



Ο ΜΑΓΚΑΣ, Ο ΜΑΡΚΟΣ !!
Κι ένα κομμάτι από την αυτοβιογραφία του Μάρκου Βαμβακάρη:
 «Βέβαια στον κύκλο που γύριζα να πούμε, τον μάγκικο αυτό, στους τεκέδες που πήγαινα, ακούγαμε πολλά για διάφορους κουτσαβάκηδες προσωπικότητες... Εκεί, όταν είχα γνωρίσει τον Αλέκο τον Σχίζα να πούμε, κάθε μέρα επήγαινα στο σπίτι αυτουνού, εκεί στην Κρεμμυδαρού που ήταν το Καστράκι. Πίναμε χασίσι. Είχε λεφτά αυτός. Επήγαινα και του μάθαινα μπουζούκι και φουμέρναμε κιόλας ε? Αυτός έμενε εκεί κάτω στην Κρεμμυδαρού, εδώ στο λιμάνι του Πειραιώς. Και πήγαινα κάθε μέρα στην κάμαρά του. Ώσπου τώρα αυτόν τον ζήταγε η Ασφάλεια Αθηνών για κάτι κλοπές που γινόντανε. Και ξέρανε αυτοί ότι άλλος δε μπορεί να τις κάνει ειμή αυτός, αλλά δεν ξέρανε που βρίσκεται...» πηγη

Παλιοί ξακουστοί νταήδες του Πειραιώς, Γκίκας Μενιδιάτης και Βαγγέλης Βετούλης. Κατά πάσα πιθανότητα, αμφότεροι ήσανε αρβανίτες. Εδώ εικονίζονται στην αυλή της φυλακής Συγγρού το 1933. Και οι δυο τους δε φοράνε ούτε γραβάτα. μήτε κολάρο καθώς το απαιτούσε η κουτσαβάκικη παράδοση. πηγή

Copyrights©2016 Design By | Ακάλυπτος